Λέξεις, φράσεις και ιδιώματα του τόπου
Λεξικό ντοπιολαλιάς
Η ντοπιολαλιά της Βουλισμένης κρατά λέξεις, φράσεις, παρανόμια, παρατσούκλια και σημασίες που συνδέονται με την καθημερινή ζωή, το χιούμορ, τα έθιμα, τις σχέσεις των ανθρώπων και την αγροτική παράδοση του χωριού.
Το υλικό που ακολουθεί βασίζεται σε λέξεις και αναφορές που καταγράφονται στο βιβλίο για τη Βουλισμένη, κυρίως μέσα από την ενότητα για τα παρανόμια και τις λαογραφικές σημειώσεις.
Αλφαβητικό λεξικό λέξεων και ιδιωματικών εκφράσεων
| Λέξη / φράση | Σημασία / σημείωση |
|---|---|
| Αμπιρνολάδες | Περιπαικτικό προσωνύμιο για τους Βουλισμενιώτες, από τις αμπιρνολιές / κορομηλιές που υπήρχαν στα κηποχώραφα. |
| αμούρη | Το μπροστινό μέρος, το πρόσωπο. |
| ανεπολυταρά | Πέταγμα πέτρας χωρίς συγκεκριμένο στόχο. |
| αποκώλια | Το πίσω μέρος των χοχλιών. |
| αποτσίαρα | Αποτσίγαρα. |
| από γεννιά πάει το βασιλίκι | Φράση για κάτι που περνά από γενιά σε γενιά, όπως ένα παρανόμι ή ένα γνώρισμα οικογένειας. |
| γαλατερά | Λαμπροκούλουρα. |
| γλακώ | Τρέχω. |
| διάλε | Επιφώνημα, από το «διάβολε». |
| ζούμπερα | Ήρεμα κατοικίδια ζώα, κυρίως βόδια, πρόβατα και γίδια. |
| θέτω | Ξαπλώνω, κοιμάμαι. |
| θωρώ | Βλέπω. |
| καλιτσούνια | Πασχαλινό γλυκό της Ανατολικής Κρήτης, με φρέσκια μυζήθρα, ζάχαρη, κανέλα και αυγά. |
| καλλουργιά | Καλλιέργεια. |
| καλλουργίζω | Καλλιεργώ ή οργώνω χωράφι. |
| καπράκι | Μικρό αρσενικό γουρουνάκι. Μεταφορικά, ζωηρός ή ατίθασος. |
| κατέχω | Ξέρω, γνωρίζω. |
| κατσά | Σιγά, λίγο. |
| κατσομπρόκος | Μικρό σουβλί των τσαγκάρηδων. |
| κατσοχεράκια | Μικρά τυράκια που έφτιαχναν για τα παιδιά από υπολείμματα της τυροκομικής. |
| κατσόχερος | Σκαντζόχοιρος. Χρησιμοποιήθηκε και για άνθρωπο με όρθια, αγκαθωτά μαλλιά. |
| κοπέλια | Παιδιά, νεαροί. |
| κουζουλός | Τρελός, παράξενος ή αλλόκοτος άνθρωπος. |
| κουσούρι | Ελάττωμα, ιδιομορφία ή χαρακτηριστικό που μπορούσε να γίνει αφορμή για παρατσούκλι. |
| λουχούνα | Έγκυος γυναίκα ή λεχώ. |
| μελίτακας | Μυρμήγκι. Χρησιμοποιείται για μικροκαμωμένο άνθρωπο. |
| Μισίρι | Η Αίγυπτος. |
| Μισιριώτισσα | Γυναίκα που συνδέεται με το Μισίρι, δηλαδή την Αίγυπτο. |
| μούρνα | Μούρα, κυρίως μαύρα μούρα. |
| μπαγιάτης | Παλαιός, όχι φρέσκος. Μεταφορικά, άνθρωπος με συντηρητικές ιδέες. |
| μπαλωθιές | Πυροβολισμοί σε γιορτές ή πανηγύρια. |
| μπατζάκες | Οι άκρες από τα μακριά σώβρακα της παλιάς εποχής. |
| μπεκιάρης | Άγαμος, εργένης. |
| μπερντές | Παραπέτασμα, κουρτίνα. |
| μπόλια | Κάλυμμα κεφαλής των γυναικών. |
| νταλγκάς | Καημός, εσωτερικός πόνος. |
| νταουλόξυλο | Ξύλο του νταουλιού. Μεταφορικά, πολύ ψηλός και αδύνατος άνθρωπος. |
| ντελόγο | Αμέσως, επιτόπου. |
| όντε | Όταν. |
| παρανόμι | Το δεύτερο όνομα ή προσωνύμιο που δινόταν σε κάποιον για να ξεχωρίζει μέσα στο χωριό. |
| παρανομιάζω | Δίνω παρανόμι σε κάποιον. |
| παράουλος | Χαζός ή καθυστερημένος. |
| παρατσούκλι | Προσωνύμιο με περισσότερο πείραγμα, σάτιρα ή χωρατό. |
| παρατσουκλιάζω | Δίνω παρατσούκλι. |
| περγελώ | Πειράζω, κοροϊδεύω με χιούμορ ή σάτιρα. |
| σκιουφιχτή | Είδος στριφογυριστής πετριάς. |
| σκολειό | Σχολείο. |
| ταπαλέθια | Παλαιό παιχνίδι ή έθιμο της Καθαρής Δευτέρας, με συμμετοχή αντρών στην αυλή του σχολείου. |
| τρακοπόλεμος | Πετροπόλεμος ανάμεσα σε ομάδες παιδιών ή χωριών. |
| Τράμπες | Προσωνύμιο για τους Μεραμπελιώτες. |
| Τραμπατζήδες | Περιπαικτικός χαρακτηρισμός για τους Μεραμπελιώτες, συνδεδεμένος με τοπική παράδοση για αγοραπωλησία γαϊδάρου. |
| φουνάρα | Η αναστάσιμη φωτιά που άναβαν το Πάσχα. |
| χοχλιοί | Σαλιγκάρια. |
Παρανόμια και παρατσούκλια
Στη Βουλισμένη, όπως και σε πολλά κρητικά χωριά, τα παρανόμια και τα παρατσούκλια ήταν μέρος της καθημερινής κοινωνικής ζωής. Άλλοτε λειτουργούσαν πρακτικά, για να ξεχωρίζει ένας άνθρωπος από κάποιον συνονόματο, και άλλοτε είχαν χιουμοριστικό ή σατιρικό χαρακτήρα.
Τα παρατσούκλια μπορούσαν να προκύψουν από εμφάνιση, συνήθεια, επάγγελμα, καταγωγή, αστείο περιστατικό, στραβά ειπωμένη λέξη ή χαρακτηριστική φράση. Πολλά από αυτά έμεναν στη μνήμη του χωριού περισσότερο από τα κανονικά ονόματα.
Ενδεικτικά παρανόμια από το βιβλίο
| Παρανόμι | Σημείωση |
|---|---|
| Αελιάς | Από το «αελιά», δηλαδή αγελάδα· δόθηκε σε άνθρωπο που φερόταν αγαθά. |
| Αγροφύλαξ | Από παιδική απάντηση στο σχολείο για το τι θα γίνει όταν μεγαλώσει. |
| Αμερικάνος | Παρανόμι μεταναστών που επέστρεφαν από την Αμερική. |
| Αχειλάρος | Από τα χοντρά χείλη. |
| Γλακητής | Από το «γλακώ», δηλαδή τρέχω. |
| Δάολο | Από παιδική παραφθορά της λέξης «διάβολος». |
| Ζουμπεράκι | Από τα «ζούμπερα», τα ήρεμα κατοικίδια ζώα. |
| Καλλουργιάς | Από το καλλουργίζω, δηλαδή καλλιεργώ. |
| Κατσοχερονικόλης | Από τον κατσόχερο, τον σκαντζόχοιρο, λόγω αγκαθωτών μαλλιών. |
| Λουχούνα | Από τη λέξη για την έγκυο γυναίκα ή τη λεχώ. |
| Μισιριώτισσα | Συνδεδεμένο με την ιστορία της Μαρίας που ήρθε από το Μισίρι, δηλαδή την Αίγυπτο. |
| Νταλγκάς | Από τη συχνή αναφορά σε μεγάλο καημό ή εσωτερικό πόνο. |
| Νταουλόξυλο | Για πολύ ψηλή και αδύνατη γυναίκα. |
| Πανήγυρος | Από χαρακτηριστική φράση για πανηγύρι του Αγίου Νικήτα. |
Ζωντανό υλικό
Το λεξικό μπορεί να εμπλουτίζεται με λέξεις και φράσεις που θυμούνται οι κάτοικοι και οι απόδημοι Βουλισμενιώτες. Ιδιαίτερη αξία έχουν οι λέξεις που συνοδεύονται από σημασία, παράδειγμα χρήσης και μικρή πληροφορία για το πού ή από ποιον ακούγονταν.
Πηγή: Μανόλης Αντ. Παπαδογιάννης, Η Βουλισμένη του Μεραμπέλου της Κρήτης μέσα στο χώρο και το χρόνο, ενότητες για παρανόμια, έθιμα, γλωσσικές σημειώσεις και λαογραφικές αναφορές.