Η Ιερά Μονή Κρεμαστών είναι ένα από τα σημαντικά μοναστήρια του Μεραμπέλου και βρίσκεται κοντά στη Βουλισμένη, στις πλαγιές του όρους Καβαλαρά, στη διαδρομή προς τις Βρύσες και το Οροπέδιο Λασιθίου. Είναι γνωστή και ως Μονή των Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ Κρεμαστών, καθώς το καθολικό της είναι αφιερωμένο στους Παμμεγίστους Ταξιάρχες.

Η μονή βρίσκεται σε κατωφερές έδαφος, σε θέση που την κάνει να φαίνεται σαν να «κρέμεται» στην πλαγιά. Από αυτή την εικόνα προέρχεται και η ονομασία Κρεμαστά ή Κρεμαστών. Η θέση της προσφέρει θέα προς την περιοχή του Μεραμπέλου και συνδέεται με το φυσικό ανάγλυφο του Καβαλαρά.

Η ίδρυση της μονής ανάγεται στα τέλη του 16ου αιώνα. Η κτητορική επιγραφή στο υπέρθυρο της εισόδου του καθολικού αναφέρει το έτος 1593 και τον ιερομόναχο Μητροφάνη Αγαπητό ως κτήτορα. Η κύρια φάση κατασκευής του μοναστηριακού συγκροτήματος διήρκεσε από το 1593 έως το 1622.

Το καθολικό της μονής είναι μικρός μονόχωρος καμαροσκέπαστος ναός, αφιερωμένος στους Ταξιάρχες. Η μονή εορτάζει στις 8 Νοεμβρίου. Στο εσωτερικό του ναού σώζεται ξυλόγλυπτο τέμπλο του 19ου αιώνα, με εικόνες της ίδιας περιόδου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η Αγία Τράπεζα, η οποία φέρει χρονολογία 1622 και ανάγλυφη διακόσμηση.

Το μοναστηριακό συγκρότημα έχει φρουριακό χαρακτήρα. Η διάταξή του αναπτύσσεται κλιμακωτά, γύρω από αυλή σε σχήμα Γ. Η μορφή αυτή εξυπηρετούσε τόσο την ασφάλεια όσο και τις πρακτικές ανάγκες της μονής. Υπήρχαν χώροι για τους μοναχούς, βοηθητικά κτίσματα, αγροτικές εγκαταστάσεις, φούρνος, ελαιοτριβείο και άλλοι χώροι που σχετίζονταν με την καθημερινή λειτουργία του μοναστηριού.

Η Μονή Κρεμαστών είχε σημαντική περιουσία και ανέπτυξε κοινωφελή δράση στην περιοχή. Η οικονομική της βάση της επέτρεψε να στηρίζει σχολεία, εκκλησίες και έργα στα γύρω χωριά. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά ότι το Δημοτικό Σχολείο των Βρυσών χτίστηκε σε οικόπεδο που παραχώρησε δωρεάν η μονή.

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η μονή συνδέθηκε με την εκπαίδευση. Στο βιβλίο για τη Βουλισμένη αναφέρεται ότι στην Ιερά Μονή Κρεμαστών λειτουργούσε Κρυφό Σχολειό με κληρικούς δασκάλους, το οποίο αργότερα μεταβλήθηκε σε κοινοτικό. Η αναφορά αυτή δείχνει τον ρόλο που είχαν τα μοναστήρια της περιοχής στη διατήρηση της στοιχειώδους μόρφωσης σε δύσκολες ιστορικές περιόδους.

Από τα μέσα του 19ου αιώνα έως και τις αρχές του 20ού αιώνα λειτούργησε στη μονή αλληλοδιδακτικό σχολείο. Η εκπαιδευτική αυτή δραστηριότητα συνδέει τη Μονή Κρεμαστών με την ιστορία της παιδείας στο Μεραμπέλο. Η λειτουργία σχολείου μέσα ή γύρω από μοναστηριακούς χώρους ήταν συνηθισμένη σε περιόδους όπου οι οργανωμένες εκπαιδευτικές δομές ήταν περιορισμένες.

Η μονή συνδέθηκε και με τα γεγονότα του 19ου αιώνα. Κατά την επανάσταση του 1866 υπέστη καταστροφές. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση και τις σχετικές αναφορές, οι μοναχοί προσπάθησαν να προστατεύσουν κειμήλια και βιβλία της μονής κρύβοντάς τα σε σπήλαιο, όμως μέρος αυτού του υλικού καταστράφηκε από την υγρασία.

Την περίοδο 1868–1871 η Μονή Κρεμαστών χρησιμοποιήθηκε ως έδρα και κατοικία του χριστιανού διοικητή του νομού Λασιθίου, Κωστή Αδοσίδη Πασά. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η μονή δεν είχε μόνο θρησκευτικό ρόλο, αλλά χρησιμοποιήθηκε και ως διοικητικό σημείο σε μια κρίσιμη περίοδο για την περιοχή.

Στη νεότερη ιστορία της, η μονή γνώρισε περίοδο παρακμής και εγκατάλειψης. Η αναστήλωσή της ξεκίνησε με πρωτοβουλία του Μητροπολίτη Πέτρας και Χερρονήσου Νεκταρίου. Από το 1993 η αρχικά ανδρική μονή μετατράπηκε σε γυναικεία. Σήμερα λειτουργεί ως γυναικεία κοινοβιακή μονή.

Στους χώρους της μονής λειτουργεί εργαστήριο αγιογραφίας. Έξω από τον περίβολο υπάρχει νεότερος ναός αφιερωμένος στις Μυροφόρες. Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το παλιό ελαιοτριβείο, το οποίο έχει μετατραπεί σε τραπεζαρία, καθώς και το αρχονταρίκι, που συνδέεται με την παράδοση του Κρυφού Σχολειού.

Η Ιερά Μονή Κρεμαστών αποτελεί κοντινό θρησκευτικό και ιστορικό σημείο για τον επισκέπτη της Βουλισμένης. Συνδυάζει μοναστηριακή ιστορία, αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, εκπαιδευτική δράση και σύνδεση με σημαντικές περιόδους της Κρήτης, από την ύστερη Ενετοκρατία και την Τουρκοκρατία έως τη νεότερη εποχή.